ποῖ

ποῖ
куда

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем написать курсовую

Полезное


Смотреть что такое "ποῖ" в других словарях:

  • ποῖ — ποι whither? enclitic indeclform (adverb) ποῖ whither? indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποί — ποι , ποι whither? enclitic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποι — whither? enclitic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποί — (I) Α επίρρ. 1. (ερωτ.) πού; προς ποιο μέρος; (α. «νῡν δὲ ποῑ με χρὴ μολεῑν;» β. «ποῑ τις φροντίδος ἔλθῃ;», Σοφ.) 2. χρον. ώς πότε; («ποῑ γὰρ καὶ χρῆν ἀναμεῑναι;», Αριστοφ.) 3. (τελικ.) για ποιο σκοπό; γιατί; («ποῑ δὴ πατεῑς, Κίλισσα, δωμάτων… …   Dictionary of Greek

  • ποί' — ποίᾱͅ , πόα grass fem dat sg (attic doric ionic aeolic) ποί̱ᾱͅ , ποῖος of what kind? fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποι — Α (εγκλιτ.) (αιολ. τ.) βλ. πού …   Dictionary of Greek

  • ποι' — ποιά , ποιός of a certain nature neut nom/voc/acc pl ποιά̱ , ποιός of a certain nature fem nom/voc/acc dual ποιά̱ , ποιός of a certain nature fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ποιέ , ποιός of a certain nature masc voc sg ποιαί , ποιός of a… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποῖ' — Ποῖα , Ποίας masc voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποῖ' — ποῖαι , πόα grass fem nom/voc pl (doric ionic) ποῖα , ποῖος of what kind? neut nom/voc/acc pl ποῖε , ποῖος of what kind? masc voc sg ποῖαι , ποῖος of what kind? fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμνίτας — ποῑμνίτᾱς , ποιμνίτης shepherds masc acc pl ποῑμνίτᾱς , ποιμνίτης shepherds masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιότατον — ποῑότατον , ποῖος of what kind? masc acc superl sg ποῑότατον , ποῖος of what kind? neut nom/voc/acc superl sg ποιός of a certain nature masc acc superl sg ποιός of a certain nature neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»